in

«Μαμά, μπαμπά, γιατί μαλώνετε;»

Πάλι μαλώνουν. Τους ακούς! Οι κατηγορίες πάνε κι έρχονται κι οι εντάσεις των φωνών τους όλο και δυναμώνουν. Τους ακούς να απειλούν ο ένας τον άλλον και να σπάνε διάφορα μέσα στο σαλόνι και κάπου μέσα στις απειλές αναφέρουν κι σένα! Έχεις κλειστεί στο δωμάτιό σου και κλαις. Κλαις αθόρυβα γιατί δε θέλεις να σε πάρουν χαμπάρι. Ακριβώς ό, τι δεν κάνουν εκείνοι δηλαδή που υποτίθεται είναι οι «μεγάλοι». Οι γονείς σου. Δε θέλεις να σε δούνε να κλαις. Να σε περάσουν για αδύναμο παιδί. Για παιδί που φοβάται. Άλλωστε είναι οι ίδιοι άνθρωποι που σου λένε να μη σε τρομάζει τίποτα στη ζωή! Κι εσύ τώρα κάθεσαι σε μια γωνιά και κλαις γιατί δεν μπορείς να καταλάβεις τι είναι όλα αυτά που νιώθεις αλλά και δεν έχεις ιδέα τι πρέπει να κάνεις! Πόση ντροπή!

Μήπως έκανες κάτι και μαλώνουν γι’ αυτό; Τι να έκανες; Και γιατί δε μαλώνουν εσένα και καβγαδίζουν μεταξύ τους; Και γιατί δεν μπορούν να το κάνουν όταν είναι μόνοι; Αφού ξέρουν πόσο σε ενοχλεί. Και στην τελική ας χωρίσουν αν είναι να το περνάτε αυτό κάθε λίγο και λιγάκι. Δεν κουράστηκαν; Δε βλέπουν ότι δεν είναι ευτυχισμένοι; Μήπως πρέπει να τους το πεις εσύ; Όχι-όχι! Θα θυμώσουν περισσότερο, ας μην ανακατευτείς καθόλου! Κι άλλωστε μετά θα μαλώνουν για το ποιος θα σε πάρει να ζεις μαζί του. Μήπως να πας να μείνεις με τη γιαγιά και τον παππού;

Φαίνεται να ηρέμησαν αλλά καλύτερα να μη βγεις απ΄το δωμάτιό σου ακόμη. Ίσως ξαναρχίσουν. Αν δεν το συνεχίσουν το πιθανότερο είναι να μη μιλάνε μεταξύ τους λίγο καιρό. Κι αυτή η σιωπή σε τσακίζει γιατί είναι σαν την ηρεμία πριν ξεσπάσει, πάλι, η καταιγίδα. Κι έχει γίνει πολλές φορές. Το έχουν πια σύστημα να μαλώνουν συχνά. Κι αν ήταν οι φωνές τους μόνο ίσως να το άντεχες αλλά είναι κι αυτές οι κατηγορίες που ακούγονται από τον έναν στον άλλον. Είναι οι απειλές κι η κακία που σε διαλύει ακόμη περισσότερο. Πώς είναι δυνατόν να αγαπιούνται αυτοί οι άνθρωποι μεταξύ τους; Μήπως είναι έτσι η αγάπη τελικά; Όχι δε θες να αγαπάς και να αγαπιέσαι έτσι, καλύτερα να μείνεις μόνος στη ζωή.

Θα δεις, για λίγο καιρό τα πράγματα θα είναι «μαύρα», μετά θα αγαπηθούν πάλι και κάποια αργία ή Σαββατοκύριακο που -υποτίθεται- περνάμε ευχάριστα θα ξανασκάσει η βόμβα. Κάτι θα πει ο ένας, κάτι θα κάνει ο άλλος κι αυτοί αντί να καθίσουν να συζητήσουν σαν μεγάλοι άνθρωποι θα αρχίσουν πάλι τα ματς. Μα δεν μπορούν να μαλώνουν όταν λείπεις; Πιο χαμηλόφωνα έστω. Δεν μπορούν να λύσουν τις διαφορές τους πολιτισμένα όπως σου λένε να κάνεις κι εσύ; Και γιατί δεν κάνουν ό, τι λένε; Ό, τι προσπαθούν να σου μάθουν;

Η αγάπη, σού λένε, είναι δώρο κι αυτό το δώρο δεν το πετάμε για χαζές διαφορές. Κι εσύ θες να τους πιστέψεις αλλά με τις πράξεις τους σου δείχνουν το αντίθετο. Και σου ‘ρχεται να πας μπροστά στα μούτρα τους και να αρχίζεις να τσιρίζεις. Πόσο καλύτερα θα ήταν όλα αν αυτά που προσπαθούν να σού διδάξουν τα εφάρμοζαν κιόλας. Δε γίνεται να συμφωνούν συνέχεια μεταξύ τους -και το ξέρεις- αλλά είναι σαν να μισούνται. Και μετά πώς ξανά αγαπιούνται; Δεν ντρέπονται για όλα αυτά που είπαν κι έκαναν;

Αγαπημένοι μας γονείς, σας παρακαλούμε να προσπαθήσετε να μας πείσετε πως αξίζει να αγαπάμε. Γιατί αν εσείς, που φέρατε εμάς στον κόσμο, διατυμπανίζετε ότι αγαπιέστε αλλά άνετα θα μπορούσατε να τσακίσετε ο ένας τον άλλον -σε κάποιες φάσεις της ζωής σας- το μόνο που καταφέρνετε είναι να δείχνετε αναξιόπιστοι στα μάτια μας, να μάς δημιουργείτε ανασφάλειες μέσα σ’ ένα περιβάλλον το οποίο -υποτίθεται- έπρεπε να είναι ασφαλές και κυρίως μας εμφυτεύετε την αμφιβολία για τις ανθρώπινες σχέσεις. Σχέσεις που, με τα λόγια, προσπαθείτε να μας πείσετε ότι είναι όμορφες, γεμάτες χαρά κι αισιοδοξία.

Στην τελική αν δεν μπορείτε εσείς να ελέγξετε τους εαυτούς σας στις μεταξύ σας αντιπαραθέσεις θα σας παρακαλούσαμε -ή μάλλον θα απαιτούσαμε- να μη ζητάτε κάτι τέτοιο από εμάς. Γιατί το παράδειγμά μας, δηλαδή εσείς, απέτυχε παταγωδώς! Κι εμείς δεν ακούμε τι λέτε μόνο. Κυρίως βλέπουμε τι κάνετε. Και τα έχετε κάνει σκατά!

Ίδιοι οι γονείς μας γίναμε

Οι στιγμές που περνάς με τα παιδιά σου είναι η παρακαταθήκη σου