Η σωματική τιμωρία «τρώει» τα παιδιά

Η σωματική τιμωρία

Ως σωματική τιμωρία ορίζεται η πράξη επιβολής πόνου ή σωματικής δυσφορίας σε ανήλικο με σκοπό τον σωφρονισμό ή τον έλεγχο της συμπεριφοράς του (Straus, 1994). ∆ιαφοροποιείται από τη σωµατική  κακοποίηση γιατί δεν επιφέρει σοβαρό φυσικό τραυµατισµό.  Ωστόσο, η  σωματική τιμωρία ως μια πράξη που προκαλεί πόνο αποτελεί μια από τις μορφές κακοποίησης. Η σωματική τιμωρία σε πολλές περιπτώσεις καταλήγει σε σωματική κακοποίηση.

Σύμφωνα με το Συμβούλιο της Ευρώπης, οι έρευνες συγκλίνουν ως προς το ότι  η σωματική τιμωρία χρησιμοποιείται ακόμη σε μεγάλο βαθμό (47%-84%) και είναι ανεκτή από τη κοινωνία. Να σημειωθεί ότι η Σουηδία ήταν η πρώτη χώρα που απαγόρευσε με νόμο την σωματική τιμωρία των παιδιών το 1979 για αυτό και τα ποσοστά χρήσης της  είναι ιδιαίτερα χαμηλά (10%).  Σύμφωνα με έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα τα ποσοστά χρήσης κυμαίνονται από 53%-65% με αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια, στατιστικά που προκύπτουν λόγω  της ευρύτερης κοινωνικής αποδοχή της σωματικής τιμωρίας ως μεθόδου διαπαιδαγώγησης, της αντίληψης ότι η σωματική τιμωρία αποτελεί δικαίωμα των γονιών αλλά  και της έντασης και του εκνευρισμού των γονέων ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των παιδιών λόγω των  πολλαπλών κοινωνικο-οικονομικών δυσκολιών τα τελευταία χρόνια.

Μορφές σωματικής τιμωρίας και επιπτώσεις

Η σωματική τιμωρία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές όπως το «ξύλο», το χαστούκι, το άγριο σπρώξιµο, το χτύπηµα µε αντικείµενο, το ταρακούνηµα, το τράβηγµα (αυτιού, µαλλιών κ.λπ.), το δάγκωµα, το κάψιμο (πιπέρι), ο εξαναγκασµός του παιδιού σε άβολες στάσεις, η άρνηση ικανοποίησης βιολογικών αναγκών του (φαγητό) κ.α. Κατά τη διάρκεια των τιμωρητικών συμπεριφορών το παιδί μπορεί να υποστεί διάφορες σωματικές επιπτώσεις όπως διαστρέμματα, εξαρθρώσεις, κατάγματα στο κεφάλι και στα άκρα, πληγές ή εκδορές, κακώσεις από τράνταγμα σε βρέφη, εσωτερικές κακώσεις κ.α. Κατά ανάλογο τρόπο η χρήση της σωματικής τιμωρίας στα παιδιά μπορεί να προκαλέσει ποικίλες ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις με μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.. Συγκεκριμένα τα παιδιά τα οποία υφίστανται αυτή τη μορφή βίας, μπορεί να εμφανίζουν και τα ίδια επιθετική συμπεριφορά η οποία συνήθως γενικεύεται σε άλλα πλαίσια (σχολείο), τείνουν να εμφανίσουν χαμηλή σχολική επίδοση και αυτοεκτίμηση με συνοδά προβλήματα κοινωνικοποίησης. Ακόμα παιδιά στα οποία ασκείται χρόνια τιμωρητική συμπεριφορά συνήθως υιοθετούν το ρόλο του θύματος, αποσύρονται και μπορεί να εμφανίσουν καταθλιπτικά στοιχεία τα οποία πολλές φορές συνεχίζονται και στην ενήλικη ζωή. Παράλληλα επηρεάζεται αρνητικά και πολλές φορές ανεπανόρθωτα η ποιότητα της σχέσης του παιδιού ή του εφήβου με τον γονέα οδηγώντας τα παιδιά είτε σε επιθετικότητα με μορφή εκδίκησης είτε σε απόσυρση.

Είναι τελικά αποτελεσματική;

Η χρήση της σωματικής τιμωρίας ως μέσου συμμορφώσεως και διαπαιδαγώγησης δεν είναι αποτελεσματική καθώς το μόνο που προκαλεί στο παιδί είναι συναισθήματα πόνου, φόβου και άγχους. Το παιδί ως αποτέλεσμα των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνει μπορεί να αναστείλει πρόσκαιρα  την ανεπιθύμητη συμπεριφορά η οποία όμως θα επανέλθει στις περισσότερες των περιπτώσεων καθώς συνήθως δεν έχει συνειδητοποιήσει καν το γιατί τιμωρείται! Επίσης η λειτουργικότητα της σωματικής τιμωρίας φθίνει με τον καιρό και την επανάληψη. Οι γονείς προκειμένου να διατηρηθεί το αποτέλεσμα προβαίνουν σε σταδιακή αύξηση της έντασης του χτυπήματος  με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε σωματική κακοποίηση.

Γιατί λέμε όχι στη σωματική τιμωρία

  • Υπάρχουν πολλές άλλες πιο υγιείς και αποτελεσματικές μορφές πειθαρχίας.
  • Το ξύλο αντί να διδάσκει στα παιδιά πώς να αλλάξουν  τη συμπεριφορά τους, τα γεμίζει με φόβο για τους γονείς τους και τα μαθαίνει πώς να κάνουν κάτι (μια «αταξία») χωρίς να τα πιάσουν!.
  • Ειδικά για τα παιδιά που επιζητούν προσοχή, η σωματική τιμωρία μπορεί να δρα ως ανταμοιβή, μιας και η αρνητική ενασχόληση μαζί τους είναι «καλύτερη» από την πλήρη απουσία ενασχόλησης.
  • Το ξύλο, το χαστούκι, το τράβηγμα του αυτιού και γενικά η επιβολή σωματικού πόνου στο παιδί είναι μορφές σωματικής τιμωρίας, και πλέον δεν επιτρέπονται από το νόμο (Ν. 3500/06, άρθρο 4).

Πώς να οριοθετήσω το παιδί μου χωρίς «ξύλο»

Οι γονείς προσπαθώντας να οριοθετήσουν τα παιδιά τους θα πρέπει να έχουν υπόψη τους κάποιες προϋποθέσεις:

  • Οι «καλές» σχέσεις των γονιών μεταξύ τους (συμφωνίας μεταξύ των γονιών σε θέματα διαπαιδαγώγησης, η μεγαλύτερη συμμετοχή του πατέρα και γενικά, ο καταμερισμός εργασιών στο σπίτι και η αλληλοκατανόηση)
  • Η ενδοσκόπηση των ίδιων των γονιών (η «εξερεύνηση» του εαυτού τους) και η απεύθυνση σε ειδικούς, αν παραστεί ανάγκη)
  • Τα όρια δεν είναι ίδια για όλους, είναι διαφορετικά για κάθε παιδί και για κάθε γονέα
  • Τα όρια πρέπει να συμβαδίζουν με την εξέλιξη του παιδιού και να προσαρμόζονται στα χαρακτηριστικά της ηλικίας του
  • Tα παιδιά δέχονται τα όρια μόνο όταν είναι σαφή και αναγνωρίσιμα
  • Κατά την οριοθέτηση είναι σημαντική η επαφή με το παιδί: χαμηλώστε ώστε να έρθετε στο ύψος του, κοιτάξτε το στα μάτια, αγγίξτε το ώστε να εισπράξει τη σοβαρότητα όσων λέτε
  • Τα όρια είναι για να ξεπερνιούνται! Μεγαλώνω σημαίνει ξεπερνάω τα όριά μου και πάω για άλλα!
  • Μια μόνιμα αρνητική συμπεριφορά του παιδιού είναι πιθανό να μας δίνει «σήμα» ότι τα όρια που του έχουμε θέσει είναι πολύ στενά και ασφυκτικά
  • Απαραίτητη προϋπόθεση για να βάλουμε όρια στους άλλους είναι να βάλουμε καταρχήν όρια στον εαυτό μας
  • Είναι συνήθως πιο εύκολο να το καταλάβουμε όταν τα παιδιά παραβιάζουν τα δικά μας όρια, παρά όταν εμείς παραβιάζουμε τα όρια των παιδιών μας.

 

Πηγή