in

Ένα παιδί που το είπαν Αμαντέους

Αναρωτιέμαι κάποιες φορές: Αν ο Μότσαρτ γεννιόταν στην εποχή μας, τι μουσική θα έγραφε; Ορχηστρική; Μουσική για τον κινηματογράφο; Τζαζ; Ή μήπως θα ήταν κάποιος καταραμένος ροκ-σταρ, σαν τον Τζίμι Χέντριξ;Η ερώτηση είναι άστοχη, το γνωρίζω. Ο Μότσαρτ, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος, είναι το προϊόν συμπτώσεων, κοινωνικών συνθηκών και επιλογών, σε διαρκή αλληλεπίδραση με το χαοτικό σύστημα του εγκεφάλου.

Κάθε άνθρωπος γεννιέται μόνο μια φορά. Δεν είναι δυνατόν να κλωνοποιήσεις το Χάος.

Το βέβαιο είναι ότι ο Johannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart δεν ήταν φυσιολογικός. Ο Σταντάλ, στη μονογραφία του για τον Αμαντέους, γράφει ότι ήταν «σαν καθυστερημένος». Από παιδί, όταν δεν έπαιζε μουσική, έκανε διαρκώς καταναγκαστικές και επαναλαμβανόμενες κινήσεις με τα χέρια, τα πόδια και το σώμα του. «Δεν μπορούσε να σταθεί ούτε μια στιγμή εντελώς ακίνητος».

Επιπλέον δεν μπορούσε να κάνει απλά πράγματα, καθημερινά, όπως να κόψει μόνος του το κρέας που είχε στο πιάτο του. Τα χέρια του, αυτά τα μαγικά χέρια, δεν τον υπάκουαν.

Ήταν μονομανής και μανιακός με ό,τι κι αν ασχολιόταν. Σαν έμαθε να γράφει είχε γεμίσει όλα τα έπιπλα και τους τοίχους του σπιτιού με γράμματα και λέξεις. Όμως απ” τη στιγμή που ξεκίνησε να κάνει μαθήματα μουσικής, σε ηλικία μόλις τριών χρονών, σταμάτησε να κάνει οτιδήποτε άλλο.

Ήταν εξαιρετικά ευαίσθητος και υποχόνδριος -όπως και φύσει ασθενικός.

Ο Σταντάλ αναφέρει ότι διαρκώς ρωτούσε τους συγγενείς του και τους φίλους που τον περιτριγύριζαν αν τον αγαπάνε. Έτσι και κάποιος, για αστείο, αρνιόταν, εκείνος έβαζε τα κλάματα. Δυσκολευόταν ν” αντιληφθεί τα συναισθήματα των άλλων, όπως αυτά καθρεπτίζονταν στο πρόσωπο τους.

Ακόμα και σε μεγαλύτερη ηλικία, μέχρι το τέλος, φαινόταν ανίκανος να συμπεριφερθεί σύμφωνα με τους κανόνες. Εξοργιζόταν εύκολα, αλλά το ξεπερνούσε το ίδιο ξαφνικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα (όπως συχνά κάνουν και τα παιδιά). Μιλούσε στον Αυτοκράτορα λες κι ήταν παιδικός του φίλος.

Δεν μπορούσε να διαχειριστεί τα οικονομικά του ούτε να αντιληφθεί τους απατεώνες. Εξ αιτίας αυτού (και της άκρατης γενναιοδωρίας του) κέρδισε ελάχιστα χρήματα απ” τα έργα του, παρότι ήταν ο πιο διάσημος συνθέτης -μαζί με τον Χάυντν.

Γι” αυτό άλλωστε τάφηκε σε ομαδικό τάφο, ως άπορος.

Ο τρόπος που ο εγκέφαλος του αντιλαμβανόταν τους ήχους και τις αρμονίες, ήταν εξίσου αινιγματικός.

Δεν μπορούσε, για παράδειγμα, ν” ακούσει τον ήχο της τρομπέτας ξέχωρα απ” την υπόλοιπη ορχήστρα. Και μόνο στην όψη της έτρεμε.

Κάποια στιγμή, γράφει ο Σταντάλ, ο πατέρας του προσπάθησε να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τη φοβία του. Τον έκλεισε σ” ένα δωμάτιο και ξεκίνησε να του παίζει τρομπέτα. Ο Αμαντέους έπεσε ουρλιάζοντας στο πάτωμα, κλείνοντας τα αυτιά του. Λίγο πριν τον πιάσουν σπασμοί ο πατέρας του σταμάτησε.

Η μουσική του μνήμη ήταν όχι απλώς θεία, αλλά σχεδόν διαβολική. Υπήρχαν πολλοί που πίστευαν ότι το παιδί-Μότσαρτ έπαιρνε τις υπερφυσικές δυνάμεις του από ένα -μαγικό- δαχτυλίδι που πάντα φορούσε.

Τριών χρονών ξεκίνησε να παίζει τσέμπαλο (τον πρόγονο του πιάνου). Πολύ σύντομα μπορούσε να απομνημονεύει ένα μενουέτο σε μισή ώρα. Για μεγαλύτερες συνθέσεις του αρκούσε μία ώρα.

Πέντε χρονών έκανε την πρώτη του σύνθεση. Την έδειξε στον πατέρα του και στους φίλους του, που ήταν όλοι μουσικοί. Εκείνοι γελάσανε αρχικά, με τα ορνιθοσκαλίσματα στο χαρτί.

Μόλις όμως το κοίταξαν καλύτερα κατάλαβαν ότι ο πεντάχρονος είχε κάνει μια κανονική σύνθεση, σύμφωνη με όλους τους κανόνες αρμονίας. Το μόνο ελάττωμα; Ήταν τόσο πυκνογραμμένη που κανείς άνθρωπος δεν θα μπορούσε να την εκτελέσει.

Ίσως ο Αμαντέους να έγραφε μουσική για αγγέλους και δαίμονες!

Ένα άλλο επεισόδιο της παιδικής του ηλικίας, απ” τα πιο γνωστά, είναι εκείνο με το δεύτερο βιολί. Ο πατέρας του με τους γνωστούς φίλους ξεκίνησαν να δοκιμάζουν μια καινούρια σύνθεση. Ο Αμαντέους, αφού έριξε μια ματιά στην παρτιτούρα, ζήτησε να παίξει το δεύτερο βιολί. Ο πατέρας του αρνήθηκε. Δεν είχε κάνει μαθήματα βιολιού πώς θα μπορούσε να… Οι φίλοι, για αστείο, επέμεναν, έτσι δόθηκε ένα επιπλέον βιολί στον μικρό, με την εντολή να παίζει σιγά για να μην ενοχλεί. «Λίγα λεπτά αργότερα», αφηγείται ο άνθρωπος που έπαιζε το δεύτερο βιολί, «κατάλαβα ότι ήμουν απόλυτα περιττός. Ο μικρός Αμαντέους, που δεν ήξερε βιολί, είχε καλύψει το μέρος μου». Η ιστορία δεν τελειώνει εκεί. Για αστείο είπαν στον μικρό να παίξει και το πρώτο βιολί. Στην αρχή γελούσαν, με τον ανορθόδοξο τρόπο που έκανε τους δαχτυλισμούς και τον τρόπο που κρατούσε το δοξάρι. Μετά δάκρυα τους ήρθαν στα μάτια, ιδιαίτερα του πατέρα. Το παιδί, χωρίς να “χει κάνει ποτέ μαθήματα βιολιού, έπαιζε πρίβα βίστα (με την πρώτη ματιά), άψογα, ένα τόσο δύσκολο κομμάτι.

Δάκρυσαν… Τι άλλο μπορείς να κάνεις, αν ξαφνικά βρεθείς μπροστά στον ίδιο τον θεό;

Υπάρχουν πολλές ακόμα ιστορίες σαν κι αυτή, που δείχνουν ότι ο Αμαντέους δεν ήταν απλά ένα παιδί-θαύμα, ήταν ο ορισμός της μουσικής μεγαλοφυΐας. Σαν τον δωδεκάχρονο Ιησού στον ναό, έτσι κι ο οχτάχρονος Μότσαρτ έκανε ένα θαύμα που έγινε γνωστό σ” όλη την Ευρώπη, το θαύμα της Καπέλα Σιξτίνα. Δυο φορές τη Μεγάλη Βδομάδα παιζόταν στην Καπέλα Σιξτίνα το Miserere. Αυτό είχε γραφτεί δύο αιώνες πριν τον Μότσαρτ, από τον Gregorio Allegri. Μόνο ο Πάπας είχε το χειρόγραφο αυτού του έργου. Το παράξενο ήταν ότι η μελωδία, έτσι όπως είχε εξελιχτεί μέσα από την παράδοση δύο αιώνων, δεν μπορούσε να παρασταθεί με φθόγγους, σίγουρα όχι με τους φθόγγους της αρχικής παρτιτούρας. Ήταν ένα έργο για τριάντα δύο φωνές και ο μόνος τρόπος για να μάθεις να το τραγουδάς έτσι όπως ακουγόταν στην Καπέλα Σιξτίνα, ήταν να πάρεις μέρος στη χορωδία, και να εξασκηθείς μαζί τους πολλά χρόνια.

Ουσιαστικά μόνο τριάντα δύο άνθρωποι ήξεραν το Miserere. Ούτε καν ο Πάπας.

Ο οχτάχρονος Μότσαρτ βρέθηκε τη Μεγάλη Τετάρτη στην Καπέλα Σιξτίνα. Όταν βγήκε έγραψε στο χαρτί και τις 32 φωνές! Κανείς δεν πίστεψε τον πατέρα του όταν ανακοίνωσε ότι είχε στα χέρια του το Miserere, κι ότι το είχε γράψει από μνήμης ο οχτάχρονος. Ιδού η Ρόδος, τους είπανε. Ο Αμαντέους, που είχε υπέροχη φωνή, τραγούδησε -από μνήμης ξανά- μπρος στον αρχιμουσικό του Βατικανού όλα τα μέρη του Miserere.

«Και τότε έπεσαν στα γόνατα και προσκύνησαν».

Το διαβολικό μνημονικό του Μότσαρτ, αν ήταν μόνο αυτό, θα μπορούσε να τον εντάξει στην ομάδα των savant, των ανθρώπων με αυτισμό ή asperger που τυχαίνει να έχουν και υπεράνθρωπες ικανότητες.

Όμως ο Αμαντέους δεν ήταν μόνο ηχομνήμων. Ήταν η μουσική ενσαρκωμένη. Οι συνθέσεις του είναι τόσο αβίαστα τέλειες που αναρωτιέσαι τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει ο θεός. Οι γνώστες και οι ειδήμονες, οι επαΐοντες και οι κήνσορες, ίσως να προτιμούν τον Μπαχ, τον Μάλερ και τον Σοστακόβιτς. Ο Μότσαρτ δεν είναι τιτάνιος όπως ο Μπετόβεν, δεν είναι φρακταλικός όπως ο Μπαχ, υπερβολικός όπως ο Βάγκνερ, ρηξικέλευθος όπως ο Σένμπεργκ. Δεν έκανε καινοτομίες ούτε πέρασε δέκα χρόνια να γράφει μια συμφωνία -έστω την Ενάτη.

Ο Μότσαρτ ήταν ένα παιδί που έπαιζε.

Το αναφέρει κι ο Σταντάλ στη μονογραφία, για τον χαρακτήρα του ενήλικου Μότσαρτ: «Ήταν πάντα σαν παιδί, λες και δεν είχε μεγαλώσει.» Αυτό είναι και το μεγαλείο της μουσικής του. Είναι η μουσική ενός παιδιού, του παιδιού που ο θεός αγάπησε κι οι άνθρωποι λάτρεψαν, αλλά πέθανε φτωχός στα 33 του. Αρκεί ν” ακούσεις το πρώτο μέρος απ” τη Μικρή Νυχτερινή Μουσική και καταλαβαίνεις.

Κάποιες -αμφιλεγόμενες- μελέτες που έγιναν πάνω στο έργο του Μότσαρτ τα τελευταία χρόνια παρουσιάζουν το εξής εύρημα:

Πολλές απ” τις συνθέσεις του είναι σχεδιασμένες σύμφωνα με την ακολουθία των αριθμών Φιμπονάτσι. Αυτή η ακολουθία (1, 1, 2, 3, 5, 8, 13, 21, 34 – κάθε νέος όρος είναι το άθροισμα των δύο προηγούμενων) ονομάζεται και ακολουθία της ζωής. Υπάρχει παντού στο σύμπαν. Απ” τους σπειροειδείς γαλαξίες και τους τυφώνες, ως τα κέρατα του κριού, το κέλυφος του σαλιγκαριού, τον τρόπο που αναπτύσσονται οι σπόροι στο ηλιοτρόπιο, τα πέταλα των λουλουδιών. Δεν γνωρίζω αν ισχύει, αλλά μου αρέσει σαν ιδέα και δεν μου φαίνεται τόσο παράξενο.

Ο Μότσαρτ έφτιαχνε μουσική όπως ένα σαλιγκάρι φτιάχνει το κέλυφος του: Ανεπιτήδευτα, πηγαία, φυσικά. Κι όπως στο σαλιγκάρι δεν μπορείς ν” αφαιρέσεις το κέλυφος χωρίς να το σκοτώσεις, έτσι και στον Μότσαρτ.

Η μουσική ήταν μέρος του εαυτού του κι ο εαυτός του ήταν μουσική.

Οι περισσότερες πληροφορίες αυτού του κειμένου προέρχονται απ” τη μονογραφία «Μότσαρτ», του Σταντάλ, του συγγραφέα που ανάμεσα σε άλλα έγραψε και το εμβληματικό: «Το κόκκινο και το μαύρο».

Πριν πεθάνει ο Σταντάλ ζήτησε να γράψουν στο μνήμα του: «Έζησα, έγραψα, ερωτεύτηκα». Τι άλλο μπορεί να ζητήσει ένας άνθρωπος; Αβάντι, μαέστρο, μια νοσταλγία για τη ζωή, τη δημιουργία και τον έρωτα.

Πηγή: Ο γελωτοποιός

Ένα νηπιαγωγείο -φάρμα, που μαθαίνεις μέσω της καλλιέργειας και της επαφής με τη φύση

Πώς μαθαίνουν οι Ιάπωνες μαθητές να σέβονται το σχολείο τους και τον εαυτό τους…