in

Μιλώντας για Όρια. Τιμωρία ή Συνέπεια;

Καθώς το παιδί αρχίζει και αναπτύσσεται, ανακύπτει αυτόματα η ανάγκη να το οριοθετήσουμε ή πιο σωστά να το βοηθήσουμε να αντιληφθεί τα όριά του. Η διδασκαλία των ορίων είναι καθοριστικής σημασίας για το παιδί καθώς θα το βοηθήσει να αποκτήσει αίσθηση αυτονομίας και πρωτοβουλίας αλλά και να αισθανθεί ασφαλές στο περιβάλλον που βρίσκεται. Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε στο μυαλό μας, ότι το παιδί χρειάζεται τα όρια για να αναπτυχθεί υγιώς και επιπλέον ότι τα όρια δεν περιορίζουν αλλά τίθενται ώστε να μας τοποθετούν προστατευμένα στο περιβάλλον μας.

Πρωταρχικής σημασίας είναι να διασαφηνίσουμε ότι οι συμπεριφορές μας έχουν νόημα ανάλογα με το πόσο μας βοηθούν να επιβιώσουμε και να εξελιχθούμε και αυτό περιλαμβάνει και την ένταξή μας στις κοινωνικές ομάδες. Συνεπώς, συμπεριφορές που χρειάζονται οριοθέτηση είναι εκείνες οι οποίες δε μας βοηθούν να λειτουργούμε σε αρμονία με τον περίγυρο και τον εαυτό μας. Από εδώ προκύπτει και η ευθύνη για εμάς τους ενήλικες απέναντι στα παιδιά. Η σημασία της παρέμβασής μας έγκειται στο να βοηθήσουμε το νεαρό πλάσμα να μάθει τους κανόνες της κοινωνίας στην οποία μετέχει και να αντιληφθεί τη χρησιμότητά τους και όχι απλά να πειθαρχεί χωρίς να κατανοεί την αναγκαιότητα της συμμόρφωσής του.

Από ποια ηλικία θέτουμε όρια.

Σαφώς, δε μιλάμε για όρια σε ένα βρέφος το οποίο μόλις έχει έρθει στον κόσμο μας και δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τον εαυτό του παρά μόνο σε συνάρτηση με τη μητέρα του. Όσο όμως το παιδί αναπτύσσεται και αρχίζει και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το σώμα του, κατανοεί σταδιακά ότι οι δράσεις του έχουν συνέπειες. Ας σκεφτούμε ένα μωρό πέντε ή έξι μηνών, μόλις έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι για παράδειγμα έχει ένα άκρο και με αυτό μπορεί να πιάσει αντικείμενα ή να τα αφήσει. Σε αυτή την ηλικία είναι καλό οι φροντιστές του να ενημερώνουν το μωρό για αυτό που κάνει και το αποτέλεσμα της δράσης του. Για παράδειγμα, αυτό είναι το χέρι σου και με αυτό μπορείς να πιάνεις και να μετακινείς αντικείμενα. Ίσως φαίνεται αρχικά ανόητο, άσκοπο ή άχαρο αλλά αν το καλοσκεφτούμε είναι η αρχή της μύησης σε μία ώριμη και συνειδητή συμπεριφορά. Με αυτό τον τρόπο, μεγαλώνοντας λίγο ακόμη το παιδί θα μπορεί να πληροφορηθεί ότι με το χέρι του μπορεί να τραβήξει τα μαλλιά της μαμάς και αυτό είναι επώδυνο για εκείνη, άρα είναι μία συμπεριφορά που χρειάζεται να μην ενισχυθεί αλλά να εξαλειφθεί.

Πώς θέτουμε τα όρια.

Συχνά, οι γονείς στην προσπάθειά τους να θέσουν όρια ενημερώνουν τα παιδιά τους ότι θα ακολουθήσει τιμωρία ως αποτέλεσμα κάποιας συμπεριφοράς τους η οποία είναι ανεπιθύμητη από τους ίδιους ή το περιβάλλον. Αυτό όμως δεν βοηθάει ένα παιδί να αντιληφθεί τί ακριβώς συμβαίνει ούτε να εξελιχθεί, παρά μόνο το υποχρεώνει να συμμορφωθεί υπακούοντας ή να αντιδράσει σε αυτό που του συμβαίνει. Στην πραγματικότητα, σε αυτή την περίπτωση συγχέεται η έννοια της συνέπειας με αυτήν της τιμωρίας. Δηλαδή, το παιδί χωρίς να είναι απαραίτητα ενήμερο για τις συνέπειες κάποιας συμπεριφοράς του τιμωρείται επειδή την εμφανίζει.

Ας αποσαφηνίσουμε, λοιπόν, τί είναι η συνέπεια και πώς μπορεί να εξελιχθεί η εκπαίδευση του παιδιού σε αυτή βήμα προς βήμα. Αρχικά, είναι αναγκαίο ο γονέας ή ο φροντιστής του παιδιού μαζί με το ίδιο το παιδί να αναζητήσουν τα αίτια που το οδήγησαν σε μία συμπεριφορά η οποία κρίνεται ακατάλληλη καθώς και το λόγο για τον οποίο το παιδί προσδοκούσε ότι με αυτή του συμπεριφορά θα είχε το αποτέλεσμα που επιθυμούσε.

Στη συνέχεια, σκόπιμο είναι ο ενήλικας να βοηθήσει το παιδί να αντιληφθεί τί πετυχαίνει στην πραγματικότητα με την συμπεριφορά του. Και αυτό χρειάζεται να γίνει στη γλώσσα του παιδιού. Μπορεί να γίνει με ερωτήσεις (Τί παρατήρησες ότι ακολούθησε όταν έκανες…;) ενώ βοηθητικές μπορεί να είναι και οι ερωτήσεις κατανόησης προς το παιδί.

Για παράδειγμα, αν διαφωνείς με το φίλο σου και χειροδικείς προς εκείνον αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα κάποια στιγμή ο φίλος σου να απομακρυνθεί από εσένα και να μην επιθυμεί να κάνετε παρέα. Είσαι σίγουρος ότι το επιθυμείς αυτό;

Έπειτα, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε τη θέση μας προς το παιδί, ότι δηλαδή ο ρόλος μας δεν είναι τιμωρητικός αλλά υποστηρικτικός προς εκείνο και αυτό σημαίνει πως χρειάζεται το παιδί να νιώσει ασφάλεια ότι μπορεί να βασιστεί σε μας ώστε να κατακτήσει συμπεριφορές που θα το κάνουν να αισθάνεται χαρά, ικανοποίηση και αυτοπεποίθηση.

Δεν είμαι εδώ για να σε μαλώνω ή να σε κάνω να αισθάνεσαι άσχημα αλλά για να σε βοηθάω να τα καταφέρνεις μόνος σου και όποτε δυσκολεύεσαι ή ξεχνιέσαι να στο υπενθυμίζω με κάποιο τρόπο που θα συμφωνήσουμε οι δυο μας. 

Τέλος, παιδί και ενήλικας θα συμφωνήσουν τη συνέπεια που κρίνουν από κοινού ότι είναι καλό να επιφέρει η επανάληψη της συμπεριφοράς ούτως ώστε το παιδί να κατανοήσει και να εμπεδώσει την αναγκαιότητα της αποφυγής αυτής της δράσης του.

Τί, λοιπόν, θεωρείς πως είναι καλό να κάνω προκειμένου να σε βοηθήσω να θυμάσαι πως όταν κάνεις…(ανεπιθύμητη συμπεριφορά) τότε ακολουθεί… (δυσάρεστο για το παιδί αποτέλεσμα);

Για το σκοπό αυτό είναι κεντρικής σημασίας η συνέπεια να σχετίζεται άμεσα με την συμπεριφορά. Για παράδειγμα, αν το παιδί χειροδικεί ή μιλάει προσβλητικά στους φίλους του και εμείς προτείνουμε να μην πάρει τα αγαπημένα του αυτοκόλλητα ή να μη φάει το γλυκό του αυτό δεν μπορεί να αποτελεί άμεση συνέπεια της συμπεριφοράς του και ως εκ τούτου θα αποτύχει να συνετίσει το παιδί. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, άμεση συνέπεια θα μπορούσε να είναι το να μη συναντήσει το παιδί τους φίλους του ή να παραμείνει στο δωμάτιό του για συγκεκριμένη ώρα αν παρουσιάσει την ίδια συμπεριφορά μέσα στο σπίτι. Επομένως, στην περίπτωση που χρειάζεται να επιβληθεί η λεγόμενη “τιμωρία”, τότε αυτή θα πρέπει να αποτελεί λογική συνέπεια της συμπεριφοράς του παιδιού.

Συνοψίζοντας να επισημάνουμε ότι η πειθαρχία δεν είναι τιμωρία. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίσει και να κατανοήσει, ανάλογα με το στάδιο της ανάπτυξης στο οποίο βρίσκεται, για ποιό λόγο είναι ωφέλιμο να εφαρμόζει ή να αποφεύγει κάποια συμπεριφορά καθώς και να είναι πλήρως ενήμερο για την περίπτωση που θα τύχει κάποιας επίπληξη ή συνέπειας, ενώ αυτή θα πρέπει να είναι ανάλογη της προσωπικότητας του παιδιού  και της συμπεριφοράς που χρειάζεται να ενισχυθεί.

Σε καμία περίπτωση, η σωματική τιμωρία δεν έχει θετικά αποτελέσματα, ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται διφορούμενα ή ασαφή μηνύματα τα οποία θα μπερδέψουν το παιδί. Αντίστοιχα, όταν το παιδί συμπεριφέρεται με τον τρόπο που του έχει ζητηθεί χρειάζεται θετική ενίσχυση και επιβράβευση.

Ο ρόλος των γονέων στην διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας του παιδιού

Ποιοι παράγοντες «σπρώχνουν» τα παιδιά μπροστά σε οθόνες;