«Ο μπαμπάς μου είναι πιο δυνατός απ’ τον δικό σου»

Μία φράση που κάποτε, ίσως και τώρα, ήταν πολύ συνηθισμένη στα προαύλια των σχολείων μεταξύ των αγοριών που βιάζονταν να μεγαλώσουν…

…αλλά έως τότε επικαλούνταν τη δύναμη του πατέρα για να διασκεδάσουν τη δική τους αδυναμία.Ο πατέρας δεν ήταν απαραίτητο να είναι τρυφερός, σε καμμία περίπτωση ευαίσθητος και ευσυγκίνητος, έπρεπε όμως, όφειλε, πρώτα από όλα να είναι δυνατός. Ήταν αυτός που σου δίδασκε όταν εσύ, ο τρίχρονος τότε, χτυπούσες πέφτοντας από το ποδήλατο και ζητούσες παρηγοριά στην αγκαλιά της μαμάς ,ότι «οι άντρες δεν κλαίνε» κι εσύ ήσουν ήδη ένας «μεγάλος» άντρας.

Έτσι άρχιζε να χτίζεται ένας από τους πρώτους παιδικούς σου μύθους. O πατέρας ήταν ο βράχος και η μητέρα το κύμα. Στον βράχο έβρισκες προστασία και στο κύμα τον καθησυχαστικό παφλασμό που σε νανούριζε τις νύχτες.

Ο μπαμπάς δούλευε ως αργά, γύριζε κουρασμένος και η κούραση τον έκανε να μοιάζει απόμακρος και κάποιες φορές θλιμμένος. Εσύ τον περίμενες σηκώνοντας κάθε τόσο την κουρτίνα για να τον αντικρύσεις στην γωνία του δρόμου. Έτρεχες «φουλάρα» να τον υποδεχτείς, να του πάρεις την πιο ελαφριά τσάντα από τα χέρια για να εισπράξεις ένα τρυφερό άγγιγμα στο κεφάλι ή ένα βιαστικό ανακάτεμα στα μαλλιά που σήμαινε: «πότε μεγάλωσες ρε μπαγάσα».

Τον θυμάσαι στα τραπέζια της Κυριακής, με ανέμελη διάθεση να κόβει μαεστρικά το κρέας, φορώντας το αιώνιο λευκό κασκορσέ και μετά να ακούτε με αγωνία από το ραδιοφωνάκι τους αγώνες. Η τριφυλλάρα ήταν μια αγάπη κληρονομική και έμελλε να σπάει τον πάγο όταν διαφωνούσατε στα χρόνια της εφηβείας και για λίγο δεν μιλούσατε χολωμένοι.«Τι βλέπεις για την Κυριακή;» του «πετούσες» δήθεν αδιάφορα.«Αυτοί χάνουν με το βλέπουν πράσινες φανέλες» σου αντιγύριζε και όλα ισορροπούσαν και πάλι.Ο Βαζέχα την Κυριακή σκόραρε κι εσείς πανηγυρίζατε αγκαλιασμενοι. Ούτε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ δεν είχε καταφέρει τόσες συμφιλιώσεις στην καριέρα του όσες ο αέρινος Κριστόφ.

Τον θυμάσαι να σε μαθαίνει ποδήλατο, πιάνοντας δήθεν τη σχάρα και να σου λέει «μην φοβάσαι σε κρατάω» ενώ σε είχε αφήσει να διανύσεις μόνος τα πρώτα μέτρα της ανεξαρτησίας σου. Έτρεχε πίσω σου σε περίπτωση που πανικοβληθείς και πέσεις έτσι όπως θα έκανε και στα χρόνια της ενήλικης ζωής σου, όταν είχες πιά βγάλει οριστικά τις παιδικές σου βοηθητικές.

Κάποτε σου είχε  δώσει ένα χαστούκι όταν σε είδε με τον αδερφό σου να κραδαίνετε δύο κουζινομάχαιρα κρατώντας στο άλλο χέρι δύο καπάκια κατσαρόλας για ασπίδες.Δεν έκλαψες, τον κοιτούσες μόνο με παράπονο και σκεφτόσουν ότι είναι πολύ άδικο και ταπεινωτικό για έναν γενναίο, σκληροτράχηλο πολεμιστή να τον καρπαζώνει ο μπαμπάς του. Από τότε δεν «σήκωσε» πάλι χέρι, Κι όπως αργότερα σου εκμυστηρεύτηκε τον συντάραξε ο τρόπος που τον κοίταξες χωρίς να χύσεις ούτε ένα δάκρυ.

Σε αγαπούσε αλλά δεν το έλεγε ποτέ, μόνο καμιά φορά του ξέφευγε ένα τρυφερό «αγόρι μου» κι εσύ χαιρόσουν τόσο, σαν να σου είχαν αναγγείλει ότι εφέτος θα έρθουν δυo φορές τα Χριστούγεννα ή ότι το καλοκαίρι θα παραταθεί επ’ αόριστον.Τον αγαπούσες αλλά δεν του το έλεγες, γιατί οι άντρες δεν τα λένε αυτά. Αυτά τα λένε τα κορίτσια που τότε τα αντιπαθούσες και αναρωτιόσουν για το ποιά αλήθεια είναι η ανάγκη της ύπαρξής τους.

Σε αγαπούσε αλλά δεν σου το έλεγε. Πολλές φορές το είχε σχηματίσει στο μυαλό του αλλά δεν το είχε αρθρώσει λες και ο ήχος των λέξεων χανόταν μέχρι να διανύσει την απόσταση από τις φωνητικές χορδές ως τα χείλη, όπως χάνεται ξαφνικά το ποτάμι στην πυρωμένη έρημο. Ήταν άντρας και ο μπαμπάς του του είχε μάθει ότι τα παιδιά χρειάζονται πειθαρχία και πειθαρχία χωρίς φόβο και με σ’ αγαπώ δεν υπάρχει.Εξ’ άλλου τι θα γινόταν μετά και η απειλή που οι μαμάδες όλου του κόσμου επινόησαν σε ένα από τα κρυφά συνέδρια που κάνουν κάθε χρόνο κάτω από τη γη, για να καταλήξουν  στο τι θα λένε για να φρονιμεύουν τα παιδιά τους;«Το βράδυ που θα έρθει ο πατέρας σας θα σας κανονίσει παλιόπαιδα!» ή σε εμπνευσμένη παραλλαγή «… θα σας τακτοποιήσει τύραννοι!» Αυτή η απειλή κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία των συνέδρων και καθιερώθηκε από τότε. Αν κάποιος είχε κατοχυρώσει τα δικαιώματά της θα είχε πλουτίσει.

Έφτασε ο καιρός να δραπετεύσεις από τον φράχτη της εφηβείας σου και άθελά σου ελευθέρωσες τα αφηνιασμένα άλογα του χρόνου.

Μαλώσατε κάποτε πολύ, όταν άρχισες ραδιόφωνο. Αυτό δεν είναι επάγγελμα είναι πάρεργο» σου είπε, χόμπι εννοούσε. Αγωνιούσε ότι θα πας «χαμένος». Δεν μιλούσατε για αρκετό καιρό, όμως αργότερα έμαθες ότι σε άκουγε κάθε βράδυ.Τελικά σας έλυσε την παρεξήγηση ο Ρουμελιώτης με μία αναφορά στο Ράδιο Έψιλον για την εκπομπή. Το διάβασε και σε πήρε τηλέφωνο, δεν το είπε αλλά συγκινήθηκε.

Αργότερα όταν έφευγες για τον στρατό, σου χτύπησε δυνατά την πλάτη για να σε ενθαρρύνει: «δεν είναι τίποτα θα περάσει ο καιρός, να είσαι δυνατός.». Γύρισες μια τελευταία φορά για να τον χαιρετήσεις, για πρώτη φορά στη ζωή σου τον είδες δακρυσμένο και ήξερες ότι σκεφτόταν: «πότε έγινες άντρας ρε μπαγάσα!».

Κάποια στιγμή η πανοπλία του ιππότη των παιδικών σου χρόνων ράγισε, αρρώστησε σοβαρά. Φοβόταν αλλά δεν το έδειχνε, φοβόσουν αλλά δεν το έλεγες. Όταν τον είδες ανυπεράσπιστο στο κρεβάτι ένιωσες ότι ανατράπηκε ο κόσμος σου, η γη έξαφνα τούμπαρε. Μετα βίας διατήρησες την ισορροπία σου.Ο ήρωάς σου για πρώτη φορά σε χρειαζόταν κι εσύ δεν ήσουν βράχος σαν Εκείνον. Σε παρέσυρε σαν πετραδάκι το ορμητικό ρεύμα των αναμνήσεων, των λέξεων που δεν είχες μπορέσεις να αρθρώσεις.

Τότε έκανες κάτι αδιανόητο. Έσκυψες στο αυτί του και παραβιάζοντας τους πατρογονικούς κανόνες του ψιθύρησες, χωρίς η φωνή σου να στερέψει:

«Πατέρα κράτα γερά, σ’ αγαπώ μπαμπά…».

Χρήστος Ασημακόπουλος