in

Πώς είναι να παίρνω χαρτζιλίκι από τη μάνα μου στα 40

Δεν με τιμά, αλλά δεν είμαι ο μόνος. Άλλωστε, σε αυτή τη χώρα, όλοι για τους συνταξιούχους δεν δουλεύουν;

“Πάρε ένα πενηντάρικο να πάρεις κάτι στο παιδί. Και ένα για σένα. Εγώ τα βγάζω πέρα, μην ανησυχείς”. Αυτό μου λέει η μάνα μου, με θλίψη στα μάτια που κάνω πως δεν βλέπω, κάθε φορά που την επισκέπτομαι στο δυάρι της στην Καλλιθέα. Ειδικά όταν αυτό συμβαίνει λίγες μέρες αφού πάρει τη συνταξή της.

Ντρέπομαι πολύ, υποκρίνομαι λίγο -και για λίγο- ότι δεν υπάρχει λόγος να θεωρεί ότι την έχω ανάγκη ακόμη και, μετά, τα ‘παντελονιάζω’ κανονικά και με το νόμο. Όπως δηλαδή έκανα μέχρι και τα 22 μου, όταν το πήρα απόφαση ότι δεν πρόκειται ποτέ να τελειώσω το πανεπιστήμιο και βρήκα την πρώτη μου δουλειά. Η μόνη διαφορά; Τότε η μάνα μου με χαρτζιλίκωνε κρυφά από τον πατέρα μου, που επέμενε ότι ήμουν απλά ένας αχαΐρευτος που είχε καταλήξει ο καναπές του σαλονιού να πάρει το σχήμα του σώματός του από την υπερβολική χρήση.

Τώρα με χαρτζιλικώνει κρυφά από τη γυναίκα μου, καθώς, όπως καταλαβαίνεις, δεν υπάρχει τίποτε πιο ευνουχιστικό από ένα οικογενειάρχη που παίρνει τη ‘βοήθεια του κοινού’ προκειμένου να μην χαλάσει τη ζαχαρένια του/ κόψει τον πρωινό καφέ.

 

Δυο διευκρινήσεις, πριν πάμε παρακάτω. Όχι, δεν είμαι τεμπέλης. Από τα 22 μου και μετά, που πήρα μπρος, δουλεύω σταθερά 18 ώρες την ημέρα με, ανάλογα την εποχή, από μέτρια ως πολύ καλά οικονομικά αποτελέσματα. Απόδειξη το ότι δεν ‘βουλιάξαμε’ όταν έκλεισε η εταιρία που δούλευε η γυναίκα μου από τα 18 της. Επίσης η σύνταξη της μάνας μου δεν είναι κάτι φοβερό και τρομερό. Απλώς είναι μεγάλη γυναίκα, κοντά στα 80, και δεν έχει διάθεση -ή αντοχή- να ξοδέψει σε οτιδήποτε πέρα από τα φάρμακα και τον λογαριασμό της ΔΕΗ που έρχεται στον θεό επειδή επιμένει να βάζει να λειτουργεί η σόμπα αντί για το air condition.

Το πρόβλημα προκύπτει από το γεγονός ότι, πάραυτα, εκείνη είναι που έχει εισόδημα για ‘κάψιμο’. Έστω και λίγο. Ενώ εμένα, λόγω εισφορών και εφοριών, δεν μου περισσεύει ούτε σάλιο. Ειδικά από τη στιγμή που η μάνα μου μου έχει ήδη γράψει ότι έχει και δεν έχει και η γυναίκα μου είχε όντως κάποια ‘ακίνητη’ προίκα όταν την πήρα. Προφανώς και όλο αυτό είναι ‘αφύσικο’. Εγώ είμαι αυτός που θα έπρεπε να μπορώ να την φροντίσω, τώρα στα γεράματα. Όπως είναι χρέος μου. Όπως έκανε, αντίστοιχα, ο πατέρας μου και ο παππούς μου στους δικούς τους γονείς.

Πώς θα μπορούσε, όμως, αυτό να συμβεί σε μια χώρα η οποία, οχτώ χρόνια μέσα στη κρίση, συνεχίζει να ενδιαφέρεται -ή, τουλάχιστον, έτσι το νοιώθω εγώ- μόνο για το που θα βρει τα λεφτά να πληρώσει τις επόμενες συντάξεις και καθόλου για το πώς μπορεί να μειώσει την ανεργία των νέων;

 

Αυτός δηλαδή που είναι και ο πραγματικός λόγος που βρήκα το ‘θάρρος’ να εκφράσω δημόσια την ξεφτίλα μου. Γιατί υπάρχει πραγματικά κάτι πολύ σάπιο στο βασίλειο της Δανιμαρκίας όταν οι συνταξιούχοι του μεσαίου βεληνεκούς (δεν μιλάω, προφανώς, για τις συντάξεις των 350 ευρώ) είναι εκείνοι που ‘κινούν’ την οικονομία. Εκείνοι που βρίσκονται ‘πρώτο τραπέζι πίστα’ στα ‘μπουζούκια’ της καθημερινότητας. Εκείνοι που το εισόδημά τους είναι το πιο ‘εξασφαλισμένο’ από όλων των υπολοίπων. Εκείνοι που οι υπόλοιποι, σε ένα βαθμό, ζηλεύουν. Ίσως γιατί γνωρίζουν ότι, όταν έρθει η δική τους σειρά, το πιο πιθανό είναι η δική τους σύνταξη να μην φθάνει ούτε για ένα σακούλι πασατέμπο. Ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, μια χούφτα κόλλυβα.

Προφανώς και οι άνθρωποι τα έχουν δουλέψει. Τουλάχιστον οι περισσότεροι. Προφανώς και ένα σωστό κράτος οφείλει να προστατεύει απεριόριστα τους ανθρώπους τρίτης ηλικίας. Αλλά δεν μπορεί, ταυτόχρονα, να δείχνει απίστευτη αδιαφορία για όλους εκείνους στην εκκίνηση που λαχταράνε να δουλέψουν και δεν μπορούν. Γιατί σαφώς και τα γηρατειά πρέπει να είναι τιμημένα. Αλλά, ρε παιδιά, πότε επιτέλους αυτά τα νιάτα θα νοιώσουν περήφανα;

 

Πηγή

Γιατί η συναισθηματική νοημοσύνη είναι πιο σημαντική από το δείκτη νοημοσύνης

Η εμπιστοσύνη των παιδιών προς τους γονείς – Καθορίζει μελλοντικές σχέσεις!